20 χρόνια γερμανική και ευρωπαϊκή ενοποίηση
Άρθρο του Πρέσβη δρα Roland Wegener για την Ημέρα της Γερμανικής Ενότητας 2010
Λίγες ημέρες μετά την άφιξή μου στην Αθήνα γιορτάσαμε μαζί με τους έλληνες εταίρους και φίλους μας ένα γεγονός, που έβαλε σε νέα τροχιά τη γερμανική ιστορία αλλά και την ευρωπαϊκή πορεία: Στις 3 Οκτωβρίου γιορτάσαμε την 20ή επέτειο από την γερμανική επανένωση. Κανένα άλλο πολιτικό γεγονός δεν επέφερε τόσο βαθιές αλλαγές στην προσωπική μας ζωή και δεν την επηρέασε τόσο σημαντικά. Αυτό ισχύει για μας τους Γερμανούς, είτε ζούμε στη Δύση είτε στην Ανατολή, ισχύει όμως και για ολόκληρη την Ευρώπη. Διότι η γερμανική διχοτόμηση ήταν αδύνατο να διαφοροποιηθεί την εποχή του σιδηρού παραπετάσματος και του Τείχους του Βερολίνου από την ευρωπαϊκή, όπως στη συνέχεια ήταν αδύνατο να διαφοροποιηθεί το θαύμα της γερμανικής από την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Κι αυτήν την οφείλουμε όσο κανένα άλλο γεγονός της νεότερης ιστορίας κατ' αρχήν στους πολίτες, και κυρίως εκείνους της ΓΛΔ, οι οποίοι κατά τη διάρκεια των ιστορικών πια «διαδηλώσεων της Δευτέρας» κατέδειξαν με μεγάλο θάρρος, ειρηνικά και αδελφικά, ότι οι Γερμανοί θέλουν να ζήσουν μαζί. Όπως αναφέρεται και στον εθνικό μας ύμνο «ενωμένοι, με δίκαιο και ελευθερία, αδελφικά, με την ψυχή μας (γι' αυτό) να εργαστούμε». Τους ανθρώπους αυτούς θα τους κρατήσουμε στη μνήμη μας ως τους ήρωες αυτής της ειρηνικής γερμανικής επανάστασης.
Η γερμανική διχοτόμηση μπορούσε να ξεπεραστεί ειρηνικά μόνο αν βασιζόταν σ' ένα ισχυρό ρεύμα ευρωπαϊκής απελευθέρωσης. Επηρεάστηκε από την αντιστασιακή ορμή των μεταρρυθμιστών του Βάτσλαβ Χάβελ, των κινημάτων διαμαρτυρίας, όπως η Αλληλεγγύη στην Πολωνία, και την απόφαση της ουγγρικής κυβέρνησης να επιτρέψει την έξοδο σε ανατολικογερμανούς φυγάδες. Οφείλουμε όμως πολλά και στην ευστροφία και το θάρρος του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, των υπευθύνων της ρώσικης μεταρρύθμισης καθώς και των φίλων μας στη δυτική συμμαχία. Η γερμανική επανένωση υπήρξε ένα ευρωπαϊκό και διεθνές ειρηνικό επίτευγμα.
Για να λέγεται, όμως, ολόκληρη η αλήθεια, η είδηση της γερμανικής επανένωσης στην Ελλάδα ή έστω στα ελληνικά μέσα έγινε δεκτή με "ανάμεικτα συναισθήματα", όπως έγραφε η Καθημερινή της 7ης Οκτωβρίου 1990. "Ο κόσμος παρακολουθεί με ενθουσιασμό και συνάμα προβληματισμό τη Γερμανία να γίνεται πλέον η μεγαλύτερη και πλουσιότερη χώρα της Ευρώπης, μίας ηπείρου, που δεν έχει ακόμη λησμονήσει τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο", σχολίαζε μία άλλη εφημερίδα τα γεγονότα της εποχής.
Ποιό είναι, λοιπόν, το ισοζύγιο των είκοσι ετών γερμανικής επανένωσης και ευρωπαϊκής ενοποίησης; Πως αντιμετώπισε η επανενωμένη Γερμανία την ιδιαίτερη ευθύνη της, που απορρέει από τη δύναμή της, την κεντρική της θέση στην Ευρώπη, αλλά και από τα ιστορικά βιώματα του εικοστού αιώνα;
Την εποχή εκείνη το ζητούμενο ήταν να ενισχυθούν η ανεξαρτησία και η δημοκρατία στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, τα οποία μόλις είχαν ανακτήσει την ελευθερία τους. Λόγω της κατευθυνόμενης οικονομίας και της κακής οικονομικής διαχείρισης, ο κόσμος εκεί βρισκόταν αντιμέτωπος με την πτώχευση, που με τη σειρά της θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγάλη κοινωνική κρίση και αποσταθεροποίηση των νεοπαγών αυτών δημοκρατιών. Με αποφασιστικότητα η Γερμανία στήριξε μια νέα προοπτική για τις χώρες αυτές, όπως το είχε πράξει και τη δεκαετία του '70 με την προσχώρηση της Ελλάδος στην ΕΟΚ.
Είναι αλήθεια ότι τα νέα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στις αγορές της ανατολικής Ευρώπης παρείχαν και στις γερμανικές επιχειρήσεις ευκαιρίες για εξαγωγές και συνεργασίες. Όμως εμείς οι Γερμανοί ήρθαμε συνάμα αντιμέτωποι με την πρόκληση να ανοίξουμε τις δικές μας αγορές σε προϊόντα, τα οποία σε εκείνα τα κράτη κατασκευάζονταν με χαμηλότερο κόστος. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο να επιβληθεί στο εσωτερικό της χώρας. Δεν ήταν εύκολο να εξηγήσουμε στους εργαζομένους μας ότι γερμανικά εργοστάσια θα μεταφέρονταν ανατολικά, ότι η ευρωπαϊκή ελευθερία στη διακίνηση αγαθών σήμαινε να επιτραπεί ο ανταγωνισμός με εργαζόμενους, τεχνίτες και επιχειρήσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Τέλος, οι πολίτες έπρεπε να αποδεχτούν ότι μεγάλα χρηματικά ποσά θα επενδύονταν μέσω της Ε.Ε. σε υποψήφιες ή υπό ένταξη χώρες. Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα είναι μία ανατολική Ευρώπη αποτελούμενη από σταθερές δημοκρατίες, στις οποίες οι άνθρωποι ζουν και εξελίσσονται ελεύθερα, ενώ σε πολλές από αυτές παρατηρείται μία υγιής ανάπτυξη, ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο για ένα πλήθος ανθρώπων, καθώς και σταθερές συνθήκες ειρήνης. Η Γερμανία συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην επικράτηση της ειρήνης, της ελευθερίας και της ευημερίας στην ενοποιημένη Ευρώπη.
Περισσότερο ακόμη κι από το άνοιγμα των συνόρων μας στους νέους εξ ανατολών ανταγωνιστές, αμφισβητήθηκε στη Γερμανία η αντικατάσταση του γερμανικού μάρκου με το ευρωπαϊκό νόμισμα. Το σκληρό γερμανικό μάρκο είχε αποτελέσει τη βάση του γερμανικού οικονομικού θαύματος. Και έχαιρε εκτίμησης σε ολόκληρο τον κόσμο. Για πολλούς Γερμανούς αποτελούσε μέρος της συλλογικής τους ταυτότητας, το πολυαγαπημένο τους "D-Mark". Το ευρώ, από την άλλη, ήταν μία πολιτικά επιβεβλημένη χειρονομία για να εγγυηθούμε στους εταίρους μας τη σταθερή προσήλωσή μας στο στόχο της ευρωπαϊκής ενοποίησης και ταυτόχρονα να θωρακίσουμε την Ε.Ε. απέναντι στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Το ενιαίο νόμισμα απαιτούσε ταυτόχρονα και την ύπαρξη μίας συνθήκης για την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, η οποία θα εγγυόταν ειδικά μέσω της δημοσιονομικής πειθαρχίας και του ελεγχόμενου ελλείμματος τη σταθερότητα του νέου νομίσματος. Οι εγγυήσεις αυτές ήταν καθοριστικής σημασίας για την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, όπως αποδείχθηκε και κατά τη διάρκεια της πιστωτικής κρίσης.
Το κοινό νόμισμα του ΕΥΡΩ επιβεβαίωσε την κοινή οικονομική εξέλιξη και την μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη. Λειτουργώντας ως κοινή ασπίδα, το ΕΥΡΩ διέσωσε από την καταστροφή μια σειρά κρατών-μελών. Εδώ και περίπου ένα χρόνο όμως, γνωρίζουμε ότι τα υπάρχοντα εργαλεία δεν επαρκούν για τη διασφάλιση της συμβατικά κατοχυρωμένης δημοσιονομικής πειθαρχίας. Προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τώρα η δημιουργία σταθερότερων θεμελίων για το ΕΥΡΩ.
Στη Γερμανία, όπως και στην Ελλάδα, ακούστηκαν φωνές, ακόμη κι εκ μέρους έγκριτων οικονομολόγων με καλές προθέσεις, να εξεταστεί ως εναλλακτική λύση η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Η Γερμανία δεν θέλησε να λάβει υπόψη της τις συμβουλές αυτές. Εάν το έκανε, εκατομμύρια άνθρωποι θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με μεγάλες δυσκολίες, η Ελλάδα θα γύριζε πολλά χρόνια πίσω, ενώ η εξέλιξή της θα επιβραδυνόταν σε μεγάλο βαθμό και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το γεγονός αυτό θα είχε αντίκτυπο και στο μέλλον του ευρωπαϊκού νομίσματος, καθώς και σε όλα όσα καταφέραμε να χτίσουμε μαζί στην Ε.Ε. κατά τη διάρκεια δεκαετιών. Το ένα δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς το άλλο. Για το λόγο αυτό η Γερμανία έμεινε πιστή στις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις και σε μία άνευ προηγουμένου προσπάθεια, ανέλαβε μέρος της ευθύνης για την ευημερία της Ελλάδας.
Όπως και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά τη διάρκεια των σαράντα πρώτων ετών της πορείας προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση, έτσι και η επανενωμένη Γερμανία αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ευρώπη και τη συμμαχία αλληλεγγύης των Ευρωπαίων εταίρων της.
Μεταξύ των κυβερνήσεων Ελλάδας και Γερμανίας δεν υπήρξαν διαφορές κατά τους δύσκολους μήνες της πιστωτικής κρίσης. Και στις δύο χώρες υπήρξαν, όμως, συχνά αναίτιοι σχολιασμοί σε μέσα ενημέρωσης, οι οποίοι δεν άφησαν ανεπηρέαστη την παραδοσιακή ελληνογερμανική φιλία, η οποία βασίζεται στο πλήθος των ανθρώπινων σχέσεων και βιωμάτων που έχουν δημιουργήσει οι δύο λαοί. Και γι' αυτό το λόγο η Ομοσπονδιακή Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και ο Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανέλαβαν στις 5 Μαρτίου 2010 μια πρωτοβουλία για την ενίσχυση της ελληνογερμανικής συνεργασίας.
Στα πλαίσια αυτού του νέου προγράμματος, εμείς οι Γερμανοί θέλουμε μέσω των δικών μας εμπειριών να βοηθήσουμε την Ελλάδα να υπερβεί την κρίση, βαδίζοντας πάλι σε μια σταθερή ανάπτυξη και βελτιωμένη ανταγωνιστικότητα εντός των ευρωπαϊκών αγορών. Το πράττουμε έχοντας εμπιστοσύνη στις μεγάλες δυνατότητες της Ελλάδας ως τόπου εγκατάστασης μονάδων εκμετάλλευσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αειφόρου τουριστικής ανάπτυξης και επιστημονικής έρευνας. Στενότερη συνεργασία επιδιώκουμε και στο ζήτημα της πολιτικής προστασίας αλλά και σε εκείνο της τόσο επιβαρυντικής για την Ελλάδα παράνομης μετανάστευσης. Θα θέλαμε να βοηθήσουμε την Ελλάδα στην ανάπτυξη ενός διαφανούς και φιλικού προς τον πολίτη συστήματος υγείας και σύγχρονων δικτύων συγκοινωνιών. Για όλ' αυτά απαιτείται ένα πυκνότερο δίκτυο πολιτιστικών και κοινωνικών δεσμών, μια ακόμη καλύτερη συνεννόηση.
Η σημαντικότερη συμβολή της Γερμανίας στη σταθεροποίηση της Ελλάδας είναι ο τουρισμός και οι εξαγωγές προς τη Γερμανία. Οι γερμανοί τουρίστες έμειναν πιστοί στην Ελλάδα, όπως καταδεικνύουν τα στοιχεία μετά τη λήξη της τουριστικής περιόδου, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές στη Γερμανία αυξήθηκαν το πρώτο εξάμηνο κατά 8,4 %. Αυτές είναι πράγματι πολύ ευχάριστες εξελίξεις. Ίσως να οφείλονται στην αξιοσημείωτη οικονομική ανάκαμψη, η οποία συντελείται τους τελευταίους μήνες στη Γερμανία. Προϋπόθεση για τη ροή τουριστών προς την Ελλάδα αλλά και για τη ροή ελληνικών προϊόντων προς τη Γερμανία είναι εμείς οι Γερμανοί να βγάζουμε τα απαραίτητα χρήματα μέσω της διάθεσης γερμανικών προϊόντων υψηλών τεχνικών προδιαγραφών και υψηλής ποιότητας στις παγκόσμιες αγορές. Οι Γερμανοί μπορούν να χρηματοδοτήσουν τις διακοπές τους στα ελληνικά νησιά και την κατανάλωση ελληνικών προϊόντων υψηλής ποιότητας μόνο εφόσον σημειώσουν επιτυχίες σε άλλες αγορές μέσω της αποδοτικότητας και της πειθαρχίας τους.
Οι δεσμοί μας είναι εδώ και πολύ καιρό πολύ στενοί. Η ευημερία της ενοποιημένης Γερμανίας και του ελληνικού λαού είναι πλέον συνυφασμένες. Και ακριβώς επειδή συμβαίνει αυτό, ατενίζω το μέλλον της ελληνογερμανικής φιλίας με μεγάλη αισιοδοξία.