Χαιρετισμός του Πρέσβη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην εκδήλωση μνήμης στο Μάλεμε
Μεγέθυνση εικόνας
Το γερμανικό στρατιωτικό νεκροταφείο στο Μάλεμε
Σας ευχαριστώ όλους που ήρθατε σήμερα στην εκδήλωση μνήμης εδώ στο Μάλεμε. Για να με καταλάβουν όλοι θα εναλλάσσω τα Γερμανικά και τα Αγγλικά, τα κύρια σημεία θα μπορέσουν να καταλάβουν όμως όλοι.
Θέλουμε να τιμήσουμε σήμερα αυτούς που έπεσαν πριν από 65 χρόνια στη μάχη της Κρήτης. Βρισκόμαστε σε γερμανικό στρατιωτικό νεκροταφείο και μνημονεύουμε ως εκ τούτου πρώτα τους γερμανούς πεσόντες. Ίσως μέλη των οικογενειών ορισμένων από αυτούς να βρίσκονται σήμερα ανάμεσά μας. Τιμούμε όμως και όλους τους υπόλοιπους – Έλληνες, Βρετανούς, Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς – οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους στη μάχη της Κρήτης. Υποκλινόμαστε στο θάρρος και τη θυσία όλων, είτε αγωνίστηκαν στην πλευρά του καλού, είτε στην πλευρά του κακού. Όλοι τους υπήρξαν θύματα, και οι Γερμανοί οι οποίοι κείνται εδώ.
Προσπαθώ μερικές φορές να μπω στο μυαλό εκείνων που πριν από 65 χρόνια έπεσαν με τα αλεξίπτωτά τους πάνω από την Κρήτη. Σχεδόν όλοι αυτοί που κείνται εδώ ήταν μεταξύ 20 και 25 ετών, βρίσκονταν στην αρχή της ζωής τους, ήταν γεμάτοι ελπίδα, δεν είχαν γευτεί ακόμα τη γλύκα της ζωής, τη δημιουργία μιας δικής τους οικογένειας και την ενασχόληση με υπεύθυνα καθήκοντα από υπεύθυνες θέσεις. Πρέπει να διψούσαν για ζωή. Ποιός απ’ αυτούς θα ήταν πρόθυμος ή θα είχε πειστεί να λάβει μέρος στην επίθεση; Δεν πρέπει φυσικά να ξεχνάμε τη δύναμη της προπαγάνδας την εποχή εκείνη, είναι όμως βέβαιο ότι όλοι τους είχαν την επιθυμία να ζήσουν, επιθυμία που δεν εκπληρώθηκε. Είτε επρόκειτο για θύματα της προπαγάνδας, είτε για αντικαθεστωτικούς – όλοι μετατράπηκαν σε εργαλείο ενός εγκληματικού καθεστώτος, του οποίου τις προσταγές δεν μπορούσαν έτσι απλά να αγνοήσουν. Πιθανόν και ο άκριτος ενθουσιασμός να έπαιξε κάποιο ρόλο – με τρόμο διαβάζω στο μικρό μουσείο για τους τρεις πεσόντες αδελφούς von Blücher. Ο μεγάλος, τον οποίο θαύμαζαν οι δύο νεότεροι, τους παρέσυρε με τον ενθουσιασμό του και τους προέτρεψε να παρουσιαστούν στους αλεξιπτωτιστές – όλοι τους έπεσαν. Όλ’ αυτά δεν γίνονται εύκολα κατανοητά σήμερα. Γίναμε πολύ περισσότερο πολίτες. Ευτυχώς.
Δεν αμφισβητώ το θάρρος, τη συναδελφικότητα και ενδεχομένως και τον ιπποτισμό, όμως ειδικά εδώ στην Ελλάδα αυτό το τελευταίο σε πλείστες των περιπτώσεων δεν υπήρξε. Βλέπουμε σήμερα πολύ καθαρότερα από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης για ποιο εγκληματικό καθεστώς έδωσαν τη ζωή τους. Μπορεί να ενθουσιάστηκαν στο σχολείο με το μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδας, το λίκνο της Ηθικής και της Δημοκρατίας και μπορεί να προσπάθησαν να απαγγείλουν Όμηρο όταν έβλεπαν τον ήλιο να ανατέλλει πάνω απ’ το Αιγαίο – τίποτε απ’ αυτά όμως δεν τους βοήθησε. Στο τέλος έμεινε μόνο ένα – είναι κι αυτοί θύματα όπως και οι νεκροί αμυνόμενοι, που ήθελαν να υπερασπίσουν τη χώρα τους από μια απρόκλητη επίθεση. Ο θάνατος εξισώνει. Για όλους έκλαψαν μητέρες, πατέρες, γυναίκες, νύφες κι αδέλφια. Τα πρόσωπα αυτής της τραγωδίας είναι που θέλουμε να τιμήσουμε σήμερα. Όταν μιλάω για θύματα δεν θέλω να αποσείσω τις ευθύνες της τότε γερμανικής κυβέρνησης. Θύματα υπήρξαν οι μεμονωμένοι στρατιώτες που έδωσαν τη ζωή τους.
Φαίνεται να μην υπάρχει παρηγοριά για τη δυστυχία αυτή. Κι όμως, όσο παράλογος και εγκληματικός κι αν ήταν ο πόλεμος αυτός, μπορούμε να εξάγουμε από τη θυσία αυτών που βρίσκονται σήμερα σε στρατιωτικά νεκροταφεία σε ολόκληρη την Ευρώπη ένα συμφιλιωτικό συμπέρασμα: Η καταστροφή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου με τα εκατομμύρια θύματα οδήγησε στην ίδρυση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, κύριος στόχος του οποίου είναι αφενός η πρόληψη των κρίσεων και αφετέρου η εξεύρεση λύσεων για την αποτροπή τους. Προ πάντων όμως, ο σεισμός του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ένωσε τους αντιμαχόμενους λαούς της Ευρώπης και άνοιξε το δρόμο στη διαπίστωση και πεποίθηση ότι η ειρήνη, η ευημερία και η ευτυχία είναι εφικτές μόνο μέσα από την ευρωπαϊκή συνεργασία. Αυτό δεν θα ήταν εφικτό χωρίς το σεισμό του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Το τίμημα ήταν σίγουρα υπερβολικά υψηλό, αλλά ακριβώς γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κάτι που θα πρέπει να προστατευθεί και να διευρυνθεί. Η κληρονομιά που μένει σε εμάς είναι η εξής: να αγωνιστούμε ενάντια τον πόλεμο, τα βίαια καθεστώτα και την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων όπου αυτό είναι λογικό και εφικτό. Αυτό δεν είναι εύκολο.
Η συμφιλίωση πάνω από μνήματα πεσόντων είναι το πιο δύσκολο πράγμα αλλά και το πιο εύκολο συνάμα. Δύσκολο εφόσον πρόκειται για αντιπάλους που έχουν επιτεθεί ο ένας στον άλλο δημιουργώντας βαθύτατα τραύματα, αλλά και εύκολο γιατί η κοινή μνήμη και το κοινό πένθος ενώνουν. Όταν λείπει το κοινό στοιχείο, όπως συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση της γενιάς που δεν έχει μνήμες από τη φρίκη του πολέμου ή της μεταπολεμικής περιόδου, είναι εύκολο να χαθεί η ισορροπία και η μνήμη να γίνει επιλεκτική. Γι’ αυτό και είναι σημαντική όχι απλά η μνήμη, αλλά ειδικότερα η κοινή μνήμη. Δεν είναι καθόλου κακό που αυτές οι μνήμες δημιουργούν ειδικά σε εμάς τους Γερμανούς το αίσθημα της ταπεινότητας. Μας κάνουν να συνειδητοποιούμε σε πόσο αποτρόπαιες πράξεις είναι ικανός να φτάσει ο άνθρωπος, το πόσο εύκολα διολισθαίνει και εμπλέκεται κανείς και πόσο δύσκολο - και συνάμα πόσο σημαντικό - είναι να κινείται κανείς για λόγους συνείδησης ενάντια στο ρεύμα, προ πάντων όταν αυτό είναι συνυφασμένο με πόνο, με κίνδυνο, έως και με το κόστος της ίδιας της ανθρώπινης ζωής.
Χαίρομαι ιδιαίτερα για το γεγονός ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και αρχές, καθώς και οι συνάδελφοί μου από την Μεγάλη Βρετανία και την Αυστραλία έστειλαν σήμερα εδώ εκπροσώπους τους. Αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτονόητο, ειδικά όταν έχει υποφέρει κανείς τόσο άμεσα από τον πόλεμο. Σήμερα 61 χρόνια μετά και σε μια Ευρώπη στην οποία συνεργαζόμαστε όλοι τόσο στενά, όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία μας, ήρθε η στιγμή που μπορούμε να πενθήσουμε μαζί τους νεκρούς μας. Το οικοδόμημα της ευρωπαϊκής ένωσης επέφερε – πέραν των καλών διμερών σχέσεων – και μια αλλαγή στον τρόπο σκέψης των πρώην αντιπάλων. Σε κάποιες περιπτώσεις ο ρυθμός ήταν πιο αργός, σε κάποιες ταχύτερος, η αλλαγή υπήρξε όμως συνολική και μη αναστρέψιμη. Χαίρομαι πραγματικά γι’ αυτό και σας ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά.
Θα ήθελα εδώ να ευχαριστήσω τον βρετανό και τον αυστραλό συνάδελφό μου που με ενθάρρυναν να πραγματοποιήσω την σημερινή τελετή με εκπροσώπους των πρώην αντιπάλων. Ο νομάρχης Ρεθύμνου και ο αμερικανός διοικητής της βάσης της Σούδας εξέφρασαν προς μεγάλη μου χαρά οι ίδιοι την επιθυμία να παραστούν στην τελετή αυτή. Όλα αυτά δείχνουν ότι έχουμε αφήσει πια μακριά πίσω μας τη φρίκη του πολέμου. Η φρίκη, η ασύλληπτη αυτή φρίκη που μας θυμίζει ο τόπος αυτός είναι κάτι που δεν επιτρέπεται να ξεχάσουμε.
Ζούμε σε μια χώρα, η οποία υπήρξε κι αυτή θύμα της επιθετικής μανίας του Χίτλερ, αντιστάθηκε ηρωικά και πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος. Μια χώρα με την οποία συνεργαζόμαστε εδώ και 25 χρόνια μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τη δημιουργία μιας ειρηνικής Ευρώπης, μια χώρα η οποία λίγο μετά τον πόλεμο μας άπλωσε το χέρι για συμφιλίωση και συνεργασία. Αυτό δεν είναι εύκολο όταν έχει υποφέρει κανείς τόσο από την γερμανική κατοχή. Προϋποθέτει και απαιτεί ανθρωπιά και μια μεγάλη καρδιά. Αυτά ακριβώς βρήκαμε στους Έλληνες και για αυτό το πράγμα με διαβεβαίωσε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο κύριος Παπούλιας, όταν του επέδωσα πριν από εννέα μήνες τα διαπιστευτήριά μου. Ένα απτό σημάδι της συμφιλίωσης αυτής, είναι το ότι στη σημερινή μας εκδήλωση συμμετέχει κουαρτέτο πνευστών του Ελληνικού Στρατού, το οποίο θέλω να ευχαριστήσω θερμά.
Ας τηρήσουμε λοιπόν ενός λεπτού σιγή τιμώντας μαζί τους νεκρούς μας και όλα τα θύματα του πολέμου και των βίαιων καθεστώτων.
Σας ευχαριστώ.