Χαιρετισμός του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων κύριο Φίλιππο Πετσάλνικο για την Ημέρα της Γερμανικής Ενότητας στις 05.10.2010
Iσχύει ο προφορικός λόγος
Κύριε Πρέσβη,
Κυρίες και κύριοι,
Με ιδιαίτερη χαρά βρίσκομαι εδώ σήμερα ανάμεσά σας και ευχαριστώ ιδιαίτερα τον κύριο Πρέσβη για την πρόσκληση.
Εύχομαι η θητεία σας, κύριε Πρέσβη, στην Ελλάδα να είναι εποικοδομητική και να συνδράμει στην περαιτέρω ανάπτυξη και σύσφιξη των ούτως ή άλλως πολύ καλών σχέσεων Ελλάδας-Γερμανίας.
Χαίρομαι επίσης γιατί ο λόγος της εδώ παρουσίας μας είναι η επέτειος των είκοσι ετών από την θέση σε ισχύ της Συνθήκης για την ενοποίηση της Γερμανίας. Όπως είναι γνωστό στις 3 Οκτωβρίου 1990 τέθηκε σε ισχύ η συνθήκη ενοποίησης των δύο Γερμανιών με την ταυτόχρονη διάλυση της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας.
Τα γεγονότα στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 άλλαξαν τον κόσμο, άλλαξαν την Ευρώπη, βάζοντας τέλος στο διαχωρισμό της Ευρώπης σε «δύο κόσμους», σήμαναν το τέλος του ψυχρού πολέμου.
Για τη Γερμανία και το γερμανικό λαό οι εξελίξεις αυτές ήταν κοσμοϊστορικές.
Προσωπικά για μένα η σημασία του γεγονότος εκτός από ιστορική και πολιτική είναι και συναισθηματικά φορτισμένη, γιατί η σημερινή εκδήλωση ανακαλεί μνήμες, αγγίζοντας κι ένα μεγάλο κεφάλαιο της προσωπικής μου ζωής.
Προσωπικά γνώρισα την χώρα στην δεκαετία του ’70, κάνοντας μεταπτυχιακές σπουδές και εργαζόμενος στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Γνώρισα, όπως και πολλές χιλιάδες άλλοι Έλληνες, την Γερμανία εκείνης της εποχής και τον γερμανικό λαό που έπρεπε να αναμετρηθεί με τις ενοχές του παρελθόντος και με την προοπτική του μέλλοντος.
Γνωρίσαμε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας που οικοδομούσε με υποδειγματικό τρόπο μια σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Που οικοδομούσε το σύγχρονο κοινωνικό κράτος.
Που πρωταγωνιστούσε στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Ταυτόχρονα όμως γινόμασταν μάρτυρες στο ότι το γερμανικό έθνος βίωνε με οδυνηρό τρόπο τον διαχωρισμό στις «δύο Γερμανίες» με διαφορετικά πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα. Δύο οντότητες που οι σχέσεις τους κινούνταν στην κόψη του ξυραφιού, όπως υπαγόρευαν οι συνθήκες του ψυχρού πολέμου.
Πίσω από τον τεχνητό διαχωρισμό ωστόσο, στην «άλλη Γερμανία» ζούσαν άνθρωποι που ανήκαν στο ίδιο έθνος, άνθρωποι που διψούσαν για ελευθερία και δεν είχαν εγκαταλείψει τις ελπίδες τους ούτε είχαν πάψει να ονειρεύονται.
Είχα την τύχη τον Νοέμβριο του 1989, ως μέλος ήδη του ελληνικού Κοινοβουλίου, να βρίσκομαι στο Βερολίνο, τις ημέρες της πτώσης του Τείχους και της επανένωσης του γερμανικού λαού και του έθνους. Ήταν μία συγκλονιστική εμπειρία.
Παρακολουθούσαμε ένα γεγονός ιστορικό στις διαστάσεις του, αλλά ταυτόχρονα και πολύ ανθρώπινο: να αγκαλιάζονται, να κλαίνε, να χορεύουν άνθρωποι που συνέρρεαν από τις δύο πλευρές του τείχους που κατέρρεε. Η ιστορία άλλαζε σελίδα.
Το γεγονός αυτών των αλλαγών στην Ευρώπη και της επανένωσης της χώρας επηρέασε, εκτιμώ, καθοριστικά τη Γερμανία και τους Γερμανούς.
Πρώτα απ’ όλα, ενίσχυσε την ανεξαρτησία και την αυτοπεποίθηση της χώρας και του λαού. Επούλωσε σε σημαντικό βαθμό το τραύμα της επί δεκαετίες διαιρεμένης χώρας.
Ταυτόχρονα, η επανένωση και οι αλλαγές που έγιναν, έθεσαν τη Γερμανία και ιδιαίτερα την οικονομία της μπροστά σε νέες προκλήσεις, από τη μια πλευρά λόγω της παγκοσμιοποίησης, αλλά και από την άλλη λόγω της ανάγκης επίλυσης προβλημάτων, όπως το διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης που υπήρχε ανάμεσα στο δυτικό και στο ανατολικό τμήμα της χώρας.
Οι σχέσεις Ελλάδας–Γερμανίας από την επανένωση και μετά, ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο. Καθοριστικής σημασίας κατά την άποψή μου αυτή την περίοδο ήταν η θετική στάση της Γερμανίας ως προς τα θέματα ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως η ένταξη της χώρας μας, στην ΟΝΕ και η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.
Η ιστορία, κυρίες και κύριοι, αλλά και η πολιτική μας διδάσκουν ότι κανένας συσχετισμός δεν είναι δεδομένος και καμιά συνθήκη δεν μένει για πάντα αναλλοίωτη.
Κανένα τείχος δεν αντέχει για πολύ.
Η ιστορία της ενοποίησης της Γερμανίας αποτελεί παράδειγμα για την υπέρβαση των τειχών που ορθώνονται ανάμεσα στους λαούς.
Μετά από πολλά χρόνια διαίρεσης τελικά επικράτησαν οι συνθήκες για την ενότητα, την ομοψυχία, τη συνεργασία.
Εξάλλου οι τραυματικές εμπειρίες του 20ου αιώνα οδήγησαν τα ευρωπαϊκά κράτη σε μια συνειδητή προσπάθεια υποβάθμισης των διαφορών τους και πρόταξης του κοινού συμφέροντος.
Η Ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι το επιστέγασμα αυτής της σταθερής βούλησης για ενότητα.
Εκφράζω την ευχή και την ελπίδα ότι σε μια εποχή που επιδίωξη όλων μας πρέπει να είναι η ειρήνη, η συνύπαρξη και η συνεργασία σε όλα τα επίπεδα, σύντομα θα πέσει και το μοναδικό τείχος που υπάρχει ακόμη σήμερα στην Ευρώπη, το τείχος στην Κύπρο.
Στο πλαίσιο της ενωμένης Ευρώπης, κάτω από τη στέγη του κοινού μας σπιτιού, της Ευρώπης, οφείλουμε να υπερβαίνουμε το παρελθόν και να προσβλέπουμε σε ένα καλύτερο μέλλον. Ένα κοινό ευρωπαϊκό μέλλον που στηρίζεται στις αξίες του κοινού ευρωπαϊκού μας πολιτισμού και στις αρχές της αλληλοκατανόησης, του αλληλοσεβασμού, της συνεργασίας και της αλληλεγγύης.
Σας ευχαριστώ πολύ.